1
Ημέρα Τρίτη, με αρκετή βροχή, στις αρχές του φθινοπώρου, ένας νεαρός άντρας, γυμνός με χείλη πρησμένα, άνοιξε το στόμα του και είπε την τελευταία του λέξη:
-Αθώος…!
Τρεις και δέκα το μεσημέρι στην οδό Ευκλείδου 18 τρία περιπολικά της Άμεσης Δράσης κάνουν την εμφάνισή τους. Οι σειρήνες των περιπολικών και οι κραυγές από το δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας ξυπνούν την γειτονιά.
-Αυτοκτονία… σίγουρα Νίκο. Ο αυτόχειρας έχει αφήσει και σημείωμα:
Χορεύω τη νύχτα και πεθαίνω την ημέρα… Δε μου απομένει τίποτα, εκτός της μουσικής. Και τι να την κάνω τη μουσική τη μέρα; Συγνώμη.
Το σημείωμα δεν αφήνει καμία αμφιβολία.
- Και οι δύο πάστες στο ψυγείο; Και η ερωμένη που φωνάζει ότι θα παντρευόντουσαν το καλοκαίρι;
- Καλά από υποσχέσεις… εδώ έχουμε σημείωμα! “πεθαίνω την ημέρα”, όπου και πέθανε… μεσημέρι… “Συγνώμη” για τους δικούς του… Και δεν έχουμε άλλα αποτυπώματα στο διαμέρισμα παρά μόνον τα δικά του! Μόνο 203 ευρώ στην τράπεζα και ένα σπίτι υποθηκευμένο στις τράπεζες… και άνεργος από τον προηγούμενο μήνα… και με το κωλομνημόνιο μέχρι νεοτέρας… Θέλεις και άλλα στοιχεία;
-Μόνο τα δικά του αποτυπώματα; Αφού είχε γκόμενα ο τύπος ρε Βαγγέλη… πού την πήδαγε;
-Αυτό είναι το θέμα μας; Πού την πήδαγε ρε Νίκο; Σε γαμοτέλ… ξέρω’γω. Ο τύπος έκοψε τις φλέβες του και αυτοκτόνησε κι εσύ μου λες για την γκόμενα. Δε λέω έχεις ένα δίκιο… και εάν δεν την πήδαγε; αλλά αυτό δεν αφορά εμάς πλέον. Η υπόθεση έκλεισε. Αυτοκτονία! Άντε γιατί πείνασα. Σουβλάκι ή πίτσα;
Καθώς πλησίαζα είδα στην είσοδο της πολυκατοικίας πολύ κόσμο μαζεμένο. Προσπέρασα. Δύο άντρες γύρω στα σαράντα, βιαστικοί με βλέμματα ψυχρά κατέβαιναν τις σκάλες και το μόνο που πήρε τ’ αυτί μου ήταν ένα ‘χωρίς τζατζίκι ρε μαλάκα!’. Μου φάνηκαν γνώριμες φιγούρες. Έβγαλα τη φωτογραφική. Τράβηξα την είσοδο της πολυκατοικίας και τους δύο τύπους στην έξοδο. Προχώρησα. Άνοιξα την πόρτα του διαμερίσματος. Μπήκα στο μπάνιο. Τράβηξα το σεντόνι στην μπανιέρα. Αίματα, δύο χέρια κόκκινα, ξυραφάκι στο πάτωμα, γυμνός άντρας. Ανατρίχιασα, όχι πως ήμουν φοβητσιάρης, αλλά κάθε φορά που έβλεπα ένα νεκρό σώμα ένα ρίγος διέτρεχε το σώμα μου. Μύρισα λιβάνι, παραπάτησα. Έβγαλα το μπλοκάκι μου και σημείωσα την ώρα τέσσερις και τέταρτο μμ. Τράβηξα τη μηχανή και πάτησα 10 κλικ. Αυτοκτονία. Διάβασα το σημείωμα:
Χορεύω τη νύχτα και πεθαίνω την ημέρα… Δε μου απομένει τίποτα, εκτός της μουσικής. Και την να την κάνω τη μουσική τη μέρα; Συγνώμη.
Μίλησα με τον διαχειριστή:
- Ήσυχο παιδί ο Αντρέας. Ποτέ δεν τον ακούσαμε. Λες και δεν έμενε εδώ. Πάντοτε ευγενικός και μ’ ένα χαμόγελο. Τι να σου πω… πολύ στεναχωρηθήκαμε.
- Ερχόταν κάποιος άλλος στο διαμέρισμά του;
- Λένε ότι είχε μια φιλενάδα… εγώ δεν την είδα ποτέ πριν. Εάν δεν την έβλεπα σήμερα θα νόμιζα ότι ήταν πουσ… ε, μόνος ήθελα να πω.
- Καλά. Γονείς, συγγενείς;
- Μπα, δεν γνώρισα κανέναν άλλον… Μόνο τα κοινόχρηστα μου έφερνε και τίποτα περισσότερο. Θα με συγχωρέσεις πρέπει να πάω να φάω… βλέπεις παράτησα τη φακή στη μέση… μήπως θέλεις ένα πιάτο;
- Σ’ ευχαριστώ είμαι σαρκοφάγος. Άλλα πέντε κλικ και το ρεπορτάζ ήταν έτοιμο: ‘Αυτοκτόνησε άνεργος στον Κολωνό’ να βάλω ‘μετά μουσικής’ ή μήπως είναι ειρωνικό; Καθώς έβγαινα από τη πολυκατοικία άκουσα μια γυναικεία φωνή να ψιθυρίζει … ‘τον φάγανε σου λέω…’ Επιτάχυνα το βήμα μου προς την κατεύθυνση του ψιθύρου, σιγή.
- Μιλήσατε;
Μία νεαρή γυναίκα γύρω στα 25, φορώντας μία μαύρη ζακέτα και κρατώντας στα χέρια της ένα χοντρό βιβλίο, έχοντας πιάσει τα μαλλιά της κότσο αποκρίθηκε:
- Τον φάγανε σου λέω!
- Ποιοι τον φάγανε;




